Ο ξεχασμένος

Η τουρκική λογοτεχνία είναι πολύ πλούσια κι έχει να επιδείξει σπουδαίους ποιητές (από τους σύγχρονους πιο γνωστός εκτός Τουρκίας είναι μάλλον ο Ναζίμ Χικμέτ) και πεζογράφους. Προσωπικά ξεχωρίζω τρεις πεζογράφους που μου αρέσουν ιδιαιτέρως: τον Αχμέτ Χαμντί Τάνπιναρ (Ahmet Hamdi Tanpınar – 1901-1962), τη Σεβγκί Σοϋσάλ (Sevgi Soysal – 1936-1976) και τον Ογούζ Ατάυ (Oğuz Atay – 1934-1977). Είναι κι οι τρεις αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους. Το πιο ιδιαίτερο στυλ γραφής το έχει μάλλον ο τελευταίος. Το πόσο ιδιαίτερος είναι θα φανεί και στο διήγημα που μεταφράζω εδώ.

Πρόκειται για το διήγημα “Unutulan” («Ο ξεχασμένος») που περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων “Korkuyu Beklerken” («Περιμένοντας τον Φόβο»), η οποία πρωτοεκδόθηκε το 1973. Η μετάφραση του «Ξεχασμένου» βγήκε αρκετά εύκολα, αν και η απόδοση του ύφους του Ατάυ στα ελληνικά παρουσιάζει ορισμένες δυσκολίες. Πρόβλημα είναι κι ο ίδιος ο τίτλος: στα τουρκικά δεν υπάρχουν γένη, οπότε το “Unutulan” (που είναι μετοχή) θα μπορούσε να είναι είτε «ξεχασμένος» είτε «ξεχασμένο» ή ακόμα, περιφραστικά, «αυτά που ξεχάστηκαν».


Ο ξεχασμένος

«Στο πατάρι ανέβηκα αγάπη μου!» φώναξε κοιτάζοντας προς τα κάτω, απ’την τρύπα του ανοίγματος. «Τα παλιά βιβλία πιάνουν πολλά λεφτά τη σήμερον ημέρα. Θέλω να ρίξω μια ματιά.» Άκουσε αυτά που του είπα; «Είναι πολύ σκοτεινά εκεί ∙ περίμενε, σου φέρνω ένα φακό.» Ωραία. Μια βαρετή μέρα. Κάποιος μου έλεγε ότι σ’όλη μου τη ζωή συνεχώς επιζητώ το ενδιαφέρον. Να είχα έναν καθρέφτη να φανεί ότι γελάω ∙ και λίγο φως. «Θα σπάσεις κάνα πόδι μες στα σκοτάδια.» Από την τρύπα του ανοίγματος ήρθε προς τα πάνω ένας φακός. Το φως στην άκρη του χεριού με τον φακό φώτισε στην τύχη μια γωνιά κάπου ∙ χάιδεψε αυτό το χέρι. Το χέρι χάθηκε. Τι σκέφτεται άραγε; Χαμογέλασε: πάλι σκέφτεται;

Είχε χρόνια ν’ανέβει σ’αυτό το σκονισμένο, αραχνιασμένο σκοτάδι. Μερικές κατσαρίδες βλέποντας το φως το έβαλαν στα πόδια. Τρόμαξε ∙ όμως, η σκέψη ότι θα είναι χρήσιμη της έδωσε δύναμη. Ίσως νά’πρεπε να φέρω σε πέρας αυτή τη δουλειά χωρίς να πω τίποτα. Δεν περιμένει αντάλλαγμα από μένα. Τώρα εγώ τον βοηθάω; Δεν ξέρω, μερικές φορές μπερδεύομαι ∙ ειδικά όταν υπάρχει αυτό το βουητό στο κεφάλι μου. Θά’θελα να ήξερα να σκέφτομαι όπως αυτός. Με παρακολουθεί, κρυφά, γιατί ντρέπεται. Πρέπει λοιπόν να βιαστώ. Έστρεψε το φακό προς ένα κοντινό σημείο ∙ οι φωτογραφίες της μάνας της και του πατέρα της. Ανάμεσά τους μια παλιά σακούλα από παπούτσια και μερικές σπασμένες λάμπες. Γιατί δεν αγαπούσαν καθόλου ο ένας τον άλλο; Πόσο είχα φοβηθεί ότι θα πεθάνουν. Άνοιξε τη σακούλα: αυτά τα είχα φορέσει στον πρώτο χορό που πήγα φορώντας βραδινό φόρεμα. Κάθε βράδυ με κάποιον έβγαινα έξω, για χορό. Α Θεέ μου! Πώς το έκανα αυτό; Σκούπισε τη σκόνη απ’τα χέρια της πάνω στα ρούχα της. Κοίταξε τα μωβ παπούτσια της: έχουν χάσει το σχήμα τους, μούχλιασαν. Φόρεσε το ένα στο αριστερό της πόδι: κοίτα να δεις, καθόλου δεν άλλαξα μέγεθος. Ντράπηκε ∙ και πάλι, δεν μπόρεσε να το βγάλει από το πόδι της. Έκανε ένα-δυο βήματα κουτσαίνοντας. Μετά πλησίασε στις φωτογραφίες, γονάτισε, τις έφερε δίπλα-δίπλα. Τις ξεσκόνισε λίγο με τον αγκώνα της. Ούτε εμένα κατάλαβαν, ούτε τους εαυτούς τους. Πόσο είχα κλάψει. Μπορώ να βρω να τους βάλω κάπου κάτω; Στον διάδρομο, στην αποθηκούλα… χαζομάρες λέω. Δεν τους ξέχασα, δεν τους ξέχασα. Το πρόσωπο του πατέρα της είχε ένα περήφανο κατσούφιασμα. Δεν μπορώ να τους κρεμάσω στον ίδιο τοίχο. Έφερε γρήγορα στο μυαλό της όλη τη διαρρύθμιση του σπιτιού. Δεν ήθελαν να είναι δίπλα-δίπλα ∙ ούτε στον τάφο. Πήρε μία από τις φωτογραφίες ∙ είχε αφήσει τον φακό κάτω, δεν ήξερε ποια φωτογραφία έπαιρνε. Την απόθεσε κάπου ψηλά. Είχε αγχωθεί λίγο ∙ χτύπησε το γόνατό της σ’ένα ξύλο. Παραπάτησε, έπεσε ∙ μια ήπια πτώση. Δεν τολμούσε να σηκωθεί ∙ στα τέσσερα πήγε εκεί που ήταν ο φακός. Μια σακούλα ακόμα. Την άδειασε: παλιές φωτογραφίες! Απομακρυνόταν από τον στόχο της. Δεν πρέπει να σκέφτομαι ότι με πιέζει. Ακόμα κι αν του το λέω κατά πρόσωπο, δεν πρέπει μέσα μου να κάνω αυτή τη σκέψη. Άπλωσε βιαστικά τις φωτογραφίες στο πάτωμα, πέρασε τον φακό πάνω απ’τα σκονισμένα σκοτάδια. Θα μπορούσα να έχω μετακομίσει σε άλλο σπίτι, να τα έχω αφήσει όλα αυτά σε κάποιον που δεν θα ξανάβλεπα ποτέ. Ανακάτεψε τις φωτογραφίες: μα πόσες φωτογραφίες έχω τραβήξει Θεέ μου! Κι οι περισσότερες δεν έχουν βγει καλές. Χαμογέλασε: τι μακριές που ήταν οι φούστες τότε. Άσχημο μάκρος. Κι οι πόζες είναι γελοίες. Ποιος ξέρει από ποια ταινία ξεπατικωμένες… Ορίστε, κάνω ότι έχω γυρίσει την πλάτη και περπατάω και ξαφνικά γυρίζω το κεφάλι μου. Ποιον κοίταζα άραγε; Μια φωτογραφία ακόμα με το ίδιο φόρεμα. Δίπλα μου στέκεται κάποιος. Πολύ σκονισμένη η φωτογραφία. Ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον εαυτό του, ακόμα και σκονισμένο. Ύγρανε το δάχτυλό της με τη γλώσσα της ∙ οι σκόνες έγιναν λάσπη, και μετά… Στην άκρη του δαχτύλου της είδε το χαμογελαστό πρόσωπο του πρώτου της συζύγου. Πω-πω Θεέ μου! Κάποτε ήμουν κι εγώ παντρεμένη… μετά πάλι ήμουν παντρεμένη. Ο άνθρωπος δεν φτάνει κάπου σε μια μέρα, τι να κάνουμε; Πού; Πόσο είχαμε στενοχωρηθεί από συναισθήματα που δεν μπόρεσα να καθορίσω, να τους δώσω ένα όνομα. Έσκυψε, πήρε μερικές φωτογραφίες από κάτω: πριν τραβηχτεί αυτή η φωτογραφία πώς είχα δημιουργήσει ζήτημα από το τίποτα, και μετά σηκώθηκα κι έφυγα. Και μετά τι έγινε; Μετά… ε, είσαι εδώ… σ’αυτό το σπίτι. Δηλαδή μετά δεν έγινε τίποτα σε σχέση μ’αυτόν. Ούτε κακό, ούτε καλό: δηλαδή, τίποτα. Όμως αυτό δεν το ένιωσα ∙ μεταβάσεις που έγιναν τόσο χωρίς να καταλάβω τίποτα… Όχι, μπερδεύτηκαν οι σκέψεις σου, με την απλή έννοια τα λόγια σου… Τι σχέση έχει μ’αυτό; Όμως εγώ… φεύγοντας απ’αυτόν, πώς και ξαφνικά γύρισα το κεφάλι μου και τραβήχτηκε η φωτογραφία; Πάντα έτσι στεκόμουνα στις φωτογραφίες; Κάθησε κάπου πιο ψηλά, έπιασε το κεφάλι της με τα χέρια της κι άρχισε να σκέφτεται. Ποιος ξέρει και το δικό του πρόσωπο πώς ήταν; Μάλλον εγώ φταίω ∙ όχι όταν βγήκε η φωτογραφία… ίσως τότε είχα δίκιο, σίγουρα είχα δίκιο. Πολύ πιο πριν… πολύ πιο πριν.

Θέλησε να φτάσει μια ώρα αρχύτερα στα βιβλία, ήθελε να τελείωνε αυτό το ατέρμονο ταξίδι προς τα πίσω. Προσπάθησε να βγάλει απ’το πόδι της το παλιό της παπούτσι του χορού. Αλλά μετά δεν κατάφερε να βρει τις μαλακές κλειστές παντόφλες της. Στα τέσσερα έφτασε ως τον φακό. Το μπαούλο με τα βιβλία λογικά ήταν στη γωνία πιο κει. Κάτι άλλο όμως ήταν εκεί, κάτι σκοτεινές προεξοχές που δεν έμοιαζαν με μπαούλο με βιβλία. Κράτησε τον φακό προς αυτό τον περίεργο σωρό. Με τρόμο τραβήχτηκε προς τα πίσω: κάποιος ήταν εκεί, κάποιος που καθόταν. Θέλησε να πάρει τον φακό και να εξαφανιστεί όσο πιο γρηγόρα μπορούσε στην τρύπα του ανοίγματος, αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί. Παρ’όλο τον φόβο της, τον πλησίασε με τον φακό. Ό,τι κι αν έκανε το έκανε παρά τον φόβο της, σ’όλη της τη ζωή. Αλλιώς θα είχε εξαφανιστεί προ πολλού. Έστρεψε τον φακό προς το πρόσωπό του: πω-πω Θεέ μου! Στο πάτωμα κείτονταν ο παλιός αγαπημένος της. Σκονισμένος, αραχνιασμένος ∙ όπως όλα τα πράγματα στο πατάρι. Σαν ένα παλιό άγαλμα στερεωμένο με ιστούς αράχνης στο μπαούλο με τα βιβλία και στις τάβλες του σχεδιαστηρίου. Το δεξί του χέρι ακουμπισμένο στην άκρη ενός τραπεζιού ∙ τα δάχτυλά του σαν να κρατούν μολύβι, κυρτά προς τα κάτω στο κενό. Τα γόνατά της άρχισαν να τρέμουν, τα δόντια της να χτυπάνε, το δάπεδο υποχώρησε κάτω απ’τα πόδια της ∙ και καθώς γλιστρούσε χτύπησε το πόδι της στο σχεδιαστήριο κι αυτό αναποδογύρισε. Και πάλι, το χέρι έμεινε στο κενό: κρατιόταν απ’το ταβάνι με ιστούς αράχνης. Τι θέλησε να κάνει μ’αυτό του το χέρι; Προσπάθησε να γράψει κάτι; Τι κρίμα, δεν θα μάθω ποτέ. Το αριστερό του χέρι ήταν στο πάτωμα, κρατούσε ένα όπλο. Α! Αυτοκτόνησε μήπως; Δεν γίνεται! Αν έκανε κάτι εγώ θα το ήξερα ∙ μου έλεγε τα πάντα. Το είχαμε συμφωνήσει. Δεν θα μ’άφηνε μόνη μου.

Μετά θυμήθηκε: μια μέρα ο παλιός της αγαπημένος είχε ανέβει στο πατάρι, μετά από έναν σοβαρό καβγά. Μια μέρα που κι οι δύο είχαν πει δεν αντέχω άλλο. Προσπάθησε να βρει τις λεπτομέρειες: ίσως και να μην ήταν μεγάλος καβγάς. Μάλλον ήταν λίγο τσακωμένοι. Χαμογέλασε: πόσο θυμώνε με τη λέξη «λίγο». Τον είχε αφήσει στο πατάρι κι είχε σηκωθεί κι είχε φύγει: ένιωθε ότι θα πέθαινε. Ναι αλλά γιατί; Δεν ήξερε ∙ στο μυαλό της είχε μείνει μόνο η ένταση του συναισθήματος. Μετά είχε δει στον δρόμο «αυτόν» ∙ παρ’όλη τη στενοχώρια της, παρ’όλο που ένιωθε τόσο αδύναμη και ήθελε να πεθάνει, για κάποιον λόγο είχε αντιληφθεί στα μάτια «αυτού» το ενδιαφέρον, αυτό το κάτι διαφορετικό που είχε που συνέπαιρνε τον άνθρωπο. Εκείνη τη μέρα είχε γυρίσει βέβαια μόνη στο σπίτι. Και πόσες πιο περισσότερες μέρες μετά απ’αυτό γύρισα στο σπίτι μόνη. Αν μιλούσε τώρα απέναντί μου, αν έλεγε μα γίνεται «πόσες πιο περισσότερες»; Χαμήλωσε πάνω στα τρεμάμενα γόνατά της, έστρεψε τον φακό στο πρόσωπό του: τα μάτια του ήταν ανοιχτά, είχαν ζωή. Δεν μπορούσε να τον κοιτάζει, γύρισε το κεφάλι της προς το σκοτάδι. Μετά ξανακοίταξε ∙ χρησιμοποίησε πάλι τη δύναμή της, που δεν την εγκατέλειπε σε ζητήματα ζωής και θανάτου. Καθόλου δεν έχει αλλοιωθεί ∙ ίσως να μην γινόταν έτσι αν δεν αργούσα. Στενοχωρήθηκε. Όμως δεν άλλαξε καθόλου ∙ όπως τον είδα τελευταία φορά, ακόμα και τα μάτια του ανοιχτά. Μόνο, σ’αυτή τη ζωντάνια των ματιών του υπήρχε κάτι διαφορετικό: μια έκφραση που ενώ τα ξέρει όλα δεν μπορεί να δείξει συγκίνηση. Με τρόμαζε λέγοντας μην κοιτάς πώς δείχνω, μέσα μου έχω πεθάνει πια. Δεν τον πίστευα. Τέτοια πράγματα που έβρισκε κι έλεγε, πεθαμένος άνθρωπος! Μπορεί να με παρακολουθεί πάλι. Του άλλαξε θέση. Τον στενοχωρούσε λέγοντάς του δεν ενδιαφέρεσαι για μένα. Όχι, δεν με κοιτάζει. Ίσως να σκέφτεται. Άρχιζε να μιλάει ξαφνικά. Πότε τα σκέφτεσαι όλα αυτά, τον ρωτούσα. Με τίποτα δεν μπορώ να δω πότε σκέφτεται. Όχι, δεν πέθανε στην πραγματικότητα ∙ γιατί αν αυτός πέθαινε εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω. Το ήξερε αυτό. Δεν ήξερα ότι ήταν τόσο κοντά μου, αλλά του είχα πει μόνο αν εσύ υπάρχεις κάπου μπορώ εγώ να ζήσω. Ας είσαι όπως νά’ναι, μου αρκεί να ξέρω ότι υπάρχεις, είχα πει. Αυτό του το είχα πει πολύ πριν τον καβγά, αλλά ήξερε ότι το να τσακωθούμε δεν θα άλλαζε τίποτα. Μετά ήξερε ότι, αν και δεν ήθελα να τον δω για ένα διάστημα, αν και ήξερα ότι ήταν εκεί, αν και δεν μπόρεσα ν’ανέβω στο πατάρι, δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτόν. Μετά γιατί δεν τον έψαξα; Απλώς δεν δόθηκε η ευκαιρία ∙ αν και τον σκεφτόμουν διαρκώς, πάντα κάποιο εμπόδιο βρισκόταν. Άκουγε καινούριες φωνές, καινούριους ήχους κάτω, και γι’αυτό μάλλον για ένα διάστημα δεν κατέβηκε. Παρ’όλα αυτά το ήξερε: ανάμεσα σ’εμάς τους δυο, καμία κανούρια ύπαρξη δεν είχε σημασία ∙ τα είχαμε πει όλα αυτά. Κι εγώ πρέπει να περίμενα να κατέβει αυτός. Στην αρχή σκέφτηκα ότι δεν κατέβαινε για να με στενοχωρήσει. Μετά… ε, απλώς κάπως δεν έγινε… δεν μπόρεσα ν’ανέβω: άλλοι έρχονταν, άλλοι έφευγαν, ο βιοπορισμός, το φαγητό, τα πιάτα, η καθαριότητα, η φροντίδα «αυτού» (ήταν σαν παιδί, δεν ήξερε να φροντίζει τον εαυτό του), ο θάνατος των γονιών μου, όλο και κάποιο άγχος για κάτι, δουλειές που έπρεπε να γίνουν που συνεχώς μαζεύονταν. Στο τέλος ξέχασα ότι ήταν εκεί, στο πατάρι. (Αυτόν δεν τον ξέχασα βέβαια.) Τι να πω, υπήρχαν πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι ∙ ασχολήθηκα μ’αυτούς. Και μάλλον δεν μου απ’το μυαλό ότι θα έμενε τόσο πολύ στο πατάρι. Σκέφτηκα ότι βρήκε έναν τρόπο κι έφυγε. Ίσως κάποια στιγμή που δεν ήμουν σπίτι… ναι, σίγουρα έτσι σκέφτηκα. Πώς αλλιώς μπορούσα να σκεφτώ; Για να ζω, έπρεπε αυτός πάντα να υπάρχει. Αν ένιωθα κάπως αλλιώς, θα είχα πεθάνει τώρα. Επιπλέον, πόσες φορές σκέφτηκα ν’ανέβω στο ταβάνι. Κι αν είχα ακούσει ότι αυτοκτόνησε, σίγουρα θ’ανέβαινα. Δεν θα σκεφτόμουν ας πούμε ότι ήμασταν τσακωμένοι.

Μήπως το άκουσα; Μια φόρα ήρθε ένας θόρυβος από πάνω μάλλον ∙ νόμισα ότι ο αέρας χτύπησε καμιά πόρτα. Αλλά πώς γίνεται; Αυτό τον ήχο τον άκουσα μέρες αφότου είχε ανέβει αυτός στο πατάρι. Κι εγώ για μέρες είχα μείνει ζαρωμένη σε μια γωνιά. Δεν είχα πάει πουθενά. Πυροβόλησε λοιπόν. Μήπως στην καρδιά του… Έσκυψε τρέμοντας: πρέπει να κοιτάξω την καρδιά του. Η αριστερή μεριά των ρούχων του είχε λιώσει ∙ μ’ένα ελαφρύ άγγιγμα του χεριού τα ρούχα διαλύθηκαν. Βγήκαν από μέσα ένα σωρό κατσαρίδες και σκόρπισαν γύρω-γύρω. Δεν τον φρόντισα, καθόλου δεν πρόσεξα τα ρούχα του ∙ μπορεί οι κατσαρίδες ν’άρχισαν να τον τρώνε από μια τρύπα που δεν έραψα. Στο τέλος τη μεγάλωσαν την τρύπα. Με το χέρι της ψηλάφισε το κάτω μέρος των ρούχων. Τέλος πάντων, δεν μπόρεσαν να περάσουν μέσα από τα εσώρουχά του. Το δέρμα του είναι όπως ήταν. Δεν τη λες και ζεστή την επιδερμίδα του, αλλά η καρδιά του μάλλον είναι στη θέση της. Φοβάμαι ότι τον βρήκε στην αριστερή μεριά του στήθους του: ορίστε, εκεί, το ξέρω. Γιατί δεν θα μπορούσα να ζήσω αλλιώς. (Έπρεπε νά’χω πει το αλλιώς στην αρχή της πρότασης, μετά το γιατί ∙ τώρα θα θυμώσει. Ναι, έζησα σκεπτόμενη κάθε στιγμή τα λόγια του, σκεφτόμουνα τώρα άραγε τι θα πει.) Μέχρι εδώ μόνο έλιωσε. Ωραία. Τώρα πώς μπορώ να τον πείσω ότι έζησα όλο αυτό το διάστημα μαζί του; Ότι τον σκεφτόμουνα ενώ ζούσα σαν να τον είχα ξεχάσει; Δεν θα καταλάβει, θα τον παρασύρουν τα φαινόμενα, δεν θα καταλάβει. Επειδή έτυχε να γνωρίσω κάποιον άλλο, θα σκεφτεί ότι αυτή η καινούρια σχέση μ’έκανε να τα ξεχάσω όλα. Ενώ τα θυμάμαι όλα ∙ ακόμα κι ότι τη μέρα που ανέβηκε στο πατάρι φορούσε αυτά τα ρούχα. Περιεργάστηκε τον νεκρό με τον φακό: φαίνεται σαν μέσα από ομίχλη, πίσω απ’τους ιστούς αράχνης. Μόνο το σημείο απ’το οποίο έφερα το χέρι μου στην καρδιά του μέσα απ’τους ιστούς είναι λίγο σκοτεινό. Μια εικόνα σαν από όνειρο. Δεν είχαμε βγάλει καμία φωτογραφία μαζί. Ούτε κι αυτό μπορέσαμε να το κάνουμε, όπως και τόσα άλλα πράγματα ∙ ποιος ξέρει γιατί. Απλώς δεν έγινε. Ένα συνεχές τρέξιμο, συνέχεια να έχεις κάτι να κάνεις… Γιατί τρέχαμε, τι μας έβιαζε; Ως τη μέρα που ανέβηκε στο πατάρι, συνέχεια κάναμε το ένα πράγμα μετά το άλλο ∙ καθόλου δεν σταματήσαμε, καθόλου δεν επαναληφθήκαμε. Μετά, έμεινα για μέρες στη γωνιά μου ∙ ούτε έφαγα, ούτε σκέφτηκα. Κάπνιζα αδιάκοπα. Στο τέλος, κατάντησα το σπίτι αβίωτο. Το έζωσε ολόκληρο μια ανατωσούρα που θύμιζε τέλος πολέμου. Ενώ από μια άποψη μου αρέσει να ζω με τάξη, βυθίστηκα σε ανυπόφορη βρωμιά, λίγδα. Ίσως έτσι να τιμώρησα τον εαυτό μου. Θέλησα για να βγω τελικά έξω στον δρόμο και να πάω σ’«αυτόν» να πέσω σε μια θανατηφόρα απελπισία. Ποιος ξέρει; Ίσως να τα λέω αυτά γιατί νομίζω ότι θες να σκέφτομαι τέτοια άσχημα πράγματα για τον εαυτό μου. Όμως καθόλου δεν σκέφτηκα ότι θα πέθαινες, ότι θα αυτοκτονούσες. Φανταζόμουν ότι ήσουνα κάπου μακριά, σε μια ζωή τουλάχισταν φαινομενικά ήρεμη.

Το βλέμμα της καρφώθηκε σε μια κατσαρίδα που προσπαθούσε να ξεφύγει απ’τον κύκλο του φωτός ∙ ξύπνησε από την ονειροπόλησή της. Με τον φακό παρακολούθησε την κατσαρίδα: το άσχημο πλάσμα προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στους ιστούς. Φοβήθηκε ότι τα πόδια της κατσαρίδας θα κομμάτιαζαν τα ρούχα. Είχαν περάσει χρόνια, ποιος ξέρει, μπορεί να μην άντεχαν το παραμικρό άγγιγμα. Ορίστε, ανεβαίνει προς τα πάνω απ’τον λαιμό του, παραπάτησε λίγο στο μάγουλό του: είναι επειδή έχει μακρύνει λίγο το μούσι του ∙ δεν του άρεσε άλλωστε να ξυρίζεται κάθε μέρα. Συνέχισε πιο πάνω απ’το μάγουλο η κατσαρίδα, κάπου στον κρόταφο την έχασε απ’τα μάτια της. Να έστρεφα τον φακό προς τα εκεί; Όχι. Φοβήθηκε ∙ είδε όμως στο μισοσκόταδο την τρύπα της σφαίρας. Την ώρα που τραβήχτηκε πίσω τρέμοντας, απ’αυτή την τρύπα βγήκε η κατσαρίδα: κουβάλαγε ανάμεσα στα πόδια της ένα μικρό, ακανόνιστου σχήματος κομματάκι. Έντρομη, πανικόβλητη, έστρεψε τον φακό προς το εσωτερικό της τρύπας ∙ οι ακτίνες του φωτός αντανακλάστηκαν στα μέσα τοιχώματα του κρανίου. Αμάν! Οι κατσαρίδες είχαν φάει το μυαλό του, το πιο μαλακό σημείο του. Δεν κρατήθηκε: «Σε άφησαν πολύ μόνο αγάπη μου;», του είπε. Από κάτω, από μια άλλη τρύπα, άκουσε τη φωνή του αγαπημένου της:

«Είπες κάτι καρδιά μου;»

Με κάποια ταραχή έβαλε το χέρι της στο μπαούλο με τα βιβλία ∙ «τίποτα», απάντησε βιαστικά. «Μόνη μου μιλούσα.»

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s