«Η Μεγάλη Αλλαγή»: μεγάλη συμβολή στην ιστοριογραφία ή μεγάλη διαστρέβλωση της Ιστορίας;

* Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής τον Σεπτέμβριο του 2009

Την περασμένη άνοιξη η ΝΕΤ πρόβαλε την εκπομπή «Η Μεγάλη Αλλαγή», μια «μεγαλειώδη σειρά για τη σύγχρονη ελληνική πολιτική και κοινωνική ιστορία». Η σειρά, της οποίας διευθυντής ήταν ο δημοσιογράφος Στάμος Ζούλας, προετοιμάστηκε από μία δημοσιογραφική και μία επιστημονική ομάδα – η δεύτερη αποτελούμενη από τους ιστορικούς Κωνσταντίνα Μπότσιου, Ευάνθη Χατζηβασιλείου και Μιχάλη Ψαλιδόπουλο. Τα 15 επεισόδιά της περιέχουν ενδιαφέρον υλικό, κυρίως αρχειακές εικόνες, αλλά και μαρτυρίες. Στόχος τής πραγματικά φιλόδοξης σειράς ντοκιμαντέρ ήταν να φωτίσει την Ιστορία της Ελλάδας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, «χωρίς εκπτώσεις στη μεθοδολογία της ιστορικής επιστήμης», τοποθετώντας τα γεγονότα μέσα στο «οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον» τους.

Παρ’ όλα αυτά, «Η Μεγάλη Αλλαγή» ακολουθεί το μοντέλο των περισσότερων τηλεοπτικών ιστορικών ντοκιμαντέρ. Είναι όντως δύσκολο σε μια τηλεοπτική εκπομπή να αναδειχτεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται η Ιστορία, και δυστυχώς ούτε «Η Μεγάλη Αλλαγή» το καταφέρνει. Περιορίζεται έτσι σε μια εξιστόρηση των σημαντικών –κυρίως πολιτικών– γεγονότων της περιόδου που εξετάζει, αναφέροντας κατά τα άλλα μόνο αριθμούς (πληθωρισμός, αύξηση ή μείωση των εξαγωγών κλπ.) ή ορισμένα «μεγάλα έργα», κάτι που δεν επαρκεί για να αναλυθούν τα οικονομικά και κοινωνικά φαινόμενα. Επιπλέον, ενώ οι μαρτυρίες που παρουσιάζονται στην εκπομπή θα μπορούσαν να προσθέσουν πολλά στην κατανόηση της Ιστορίας της περιόδου, αυτές δεν χρησιμοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οι μαρτυρίες φωτίζουν την Ιστορία μιας περιόδου αν ενταχθούν σ’αυτή, ώστε να αναδειχτεί πώς βίωναν τα γεγονότα ή με ποιά κριτήρια έπρατταν άνθρωποι της εποχής. Αντιθέτως, στη «Μεγάλη Αλλαγή» οι μάρτυρες κρίνουν και αποφαίνονται, με σημερινά κριτήρια, αν καλώς ή κακώς έπραξαν στο παρελθόν οι ίδιοι ή άλλοι πρωταγωνιστές της περιόδου και αξιολογούν πώς επηρέασε τελικά τη ζωή τους η μία ή η άλλη εξέλιξη.

Η χρήση αυτή των μαρτυριών δείχνει και την αντίληψη για την Ιστορία στην οποία βασίστηκε συνολικά «Η Μεγάλη Αλλαγή»: η Ιστορία κρίνει, η Ιστορία χρησιμεύει για να μας δείχνει εκ των υστέρων αν κάτι ήταν καλό ή κακό και κατ’ επέκταση να μας διδάσκει. Είναι μια πολύ διαδεδομένη αντίληψη για την Ιστορία, την οποία αναπαράγουν τηλεοπτικές εκπομπές αλλά και τα περισσότερα σχολικά εγχειρίδια. Έχει ενδιαφέρον λοιπόν να εξετάσουμε τη «Μεγάλη Αλλαγή», για να αναδείξουμε ποια ακριβώς είναι αυτή η αντίληψη, αλλά και σε τι είδους ανάγνωση της Ιστορίας μπορεί να οδηγήσει: «Η Μεγάλη Αλλαγή» επιλέγει να κρίνει, αντί να κατανοήσει τα φαινόμενα στο πλαίσιο της εποχής τους. Δεν προτείνει λοιπόν ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για την περίοδο που εξετάζει, αλλά βασίζει την αφήγηση της πρόσφατης Ιστορίας της Ελλάδας σ’ ένα σχήμα που αγνοεί βασικά συστατικά της Ιστορίας –τους περίπλοκους παράγοντες που τη διαμορφώνουν, και κυρίως την κοινωνία, τους ανθρώπους– και γι’ αυτό απαιτεί, για να κινηθεί η Ιστορία, έναν ηγέτη σε ρόλο από μηχανής θεού.

Μια ευθεία γραμμή προς ένα γνωστό τέλος

«Η μεγάλη αλλαγή», όπως δηλώνεται ήδη στο πρώτο επεισόδιο, επικεντρώνεται στα τριάντα χρόνια 1950-’80. Αυτή η επιλογή είναι από μόνη της θεμιτή και λογική ∙ στην εκπομπή όμως χρησιμοποιείται για να νοηματοδοτηθεί μ’ένα συγκεκριμένο τρόπο ολόκληρη η Ιστορία της Ελλάδας. Οι δημιουργοί της σειράς αιτιολογούν την επιλογή τους με την πρόθεσή τους «να συνειδητοποιήσουμε όλοι το πελώριο βήμα που έχουμε πραγματοποιήσει. Πώς δηλαδή μέσα σε τριάντα χρόνια κάναμε τον τόπο που οι παλιότεροι ονόμαζαν Ψωροκώσταινα μια σύγχρονη, ευρωπαϊκή και ισχυρή χώρα.» Ολόκληρη η Ιστορία εξιστορείται λοιπόν έχοντας εξαρχής κατά νου το τέλος αυτής της Ιστορίας, τέλος που επίσης από την αρχή αξιολογείται ως αίσιο. Η αφήγηση έχει δηλαδή μια αντίστροφη λογική, από το τέλος προς την αρχή: αφού ξέρουμε ότι η Ελλάδα του 1980 είναι μια χώρα δημοκρατική και με τέτοια οικονομική ανάπτυξη που της επιτρέπει να ενταχθεί στην ΕΟΚ, αυτό σημαίνει ότι όλη η προηγούμενη περίοδος, σε μια ευθεία γραμμή, τείνει προς αυτό το γνωστό και αίσιο τέλος. Σ’αυτή την ευθεία γραμμή εντάσσονται τα «μεγάλα έργα», η ανοικοδόμηση και η οικονομική ανάπτυξη μετά το τέλος του Εμφυλίου, καθώς και τα μέτρα που επιτρέπουν, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, τον σταδιακό εκδημοκρατισμό της χώρας.

Αν αυτή η όψη της Ιστορίας αναλύεται λεπτομερειακά στη «μεγάλη αλλαγή», μια άλλη αγνοείται εντελώς. Ό,τι δεν ταιριάζει στην ευθεία γραμμή της ανάπτυξης και του εκδημοκρατισμού, ό,τι είναι πισωγύρισμα ή αντίφαση, απλώς αγνοείται ή υποβαθμίζεται. Στον τομέα των έργων και της οικονομικής ανάπτυξης, το ειδικό (οι μαρτυρίες κατοίκων περιοχών που ωφελήθηκαν από τα έργα) ανάγεται σιωπηρά σε γενικό, ενώ το φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης των δεκαετιών του ’50 και του ’60 δεν αναφέρεται ούτε μία φορά. Στον τομέα της πολιτικής, ό,τι συνάδει με την εικόνα μιας χώρας που προχωράει σταθερά προς τον εκδημοκρατισμό και την πολιτική σταθερότητα τονίζεται μέχρι υπερβολής: αναφέρεται επανειλημμένως η ύπαρξη «μετριοπαθών στοιχείων» που επιθυμούσαν να λήξει ο διχασμός του Εμφυλίου, τα μέτρα που λήφθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση ή ακόμα η σταθερότητα την οποία αντιπροσωπεύει η «χρυσή οκταετία» Καραμανλή (1955-’63). Από την άλλη, ό,τι δεν μπορεί να ενταχθεί στην ευθεία γραμμή προς τη σταθερότητα και τον εκδημοκρατισμό υποβαθμίζεται: οι διώξεις και οι εκτελέσεις αναφέρονται, αλλά αποδίδονται στερεοτυπικά σε «ακραίους κύκλους» ∙ η ανάμιξη των ΗΠΑ στην πολιτική ζωή της Ελλάδας επίσης αναφέρεται αλλά σαν κάτι εντελώς εξωτερικό κι όχι συνυφασμένο με την πολιτική ζωή της περιόδου.

Παράλογες συγκρούσεις

Κυρίως, σημαντικά φαινόμενα και γεγονότα υποβαθμίζονται με το να μην ερμηνεύονται. Φαντάζουν έτσι σαν εντελώς παράλογα επεισόδια, που δεν εντάσσονται ουσιαστικά στην ελληνική Ιστορία. Αυτό ισχύει για τον Εμφύλιο –δεν καταλαβαίνουμε ούτε καν ποιο είναι το διακύβευμα της ένοπλης σύγκρουσης– αλλά και για τις πολιτικές συγκρούσεις των κατοπινών χρόνων, οι οποίες παρουσιάζονται μάλλον σαν προσωπικές έριδες χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο στην κοινωνία – χαρακτηριστικά, οι απόψεις και τα επιχειρήματα των πολιτικών αντιπάλων δεν αναφέρονται. Το ότι οι συγκρούσεις εμφανώς αφορούσαν την κοινωνία δεν φαίνεται να απασχολεί τη «Μεγάλη Αλλαγή». Δεν μαθαίνουμε ποτέ γιατί τόσος κόσμος αντέδρασε στις εκλογές «βίας και νοθείας» του 1961, όπως δεν μαθαίνουμε ποιες ήταν οι συνθήκες που οδήγησαν στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963.

«Η Μεγάλη Αλλαγή» προσπαθεί, χρησιμοποιώντας μια ουδέτερη γλώσσα, να υποβαθμίσει οποιοδήποτε επεισόδιο, οποιαδήποτε σύγκρουση αδυνατεί να εντάξει στο σχήμα της συνεχούς πορείας προς τη σταθερότητα και την πρόοδο. Ακούμε λοιπόν, σχετικά με τον «ανένδοτο αγώνα» που ακολούθησε τις εκλογές του 1961: «Σήμερα οι τότε πολιτικοί αντίπαλοι συμφωνούν ότι το τίμημα εκείνης της οξύτητας για τον τόπο υπήρξε ασυγκρίτως επαχθέστερο από τα αίτια που την προκάλεσαν». Αυτό που επιχειρείται είναι να εξοβελιστεί από την εθνική Ιστορία ό,τι είναι σύγκρουση: οι συγκρούσεις είναι παράλογες και περιττές, ακριβώς επειδή ανακόπτουν την πορεία της χώρας προς το τέλος της, την ένταξη στην ΕΟΚ το 1980.

Αν και φαινομενικά ουδέτερη, είναι πολύ χαρακτηριστική μια φράση της Κ. Μπότσιου σχετικά με τις αντιδράσεις για τη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ: «Μια ευάριθμη μερίδα της ελληνικής κοινής γνώμης τότε, πολύ εύκολα, παρότι ο Εμφύλιος είχε λήξει μόλις λίγα χρόνια πριν, υιοθετούσε αντιδυτικά και ουδετερόφιλα συνθήματα». Η διατύπωση που χρησιμοποιείται («πολύ εύκολα», «παρότι») δείχνει ότι η σύγκρουση του 1958-’61 δεν ερμηνεύεται, αλλά κρίνεται, και μάλιστα κρίνεται με τα δεδομένα του σήμερα ή έστω του 1980. Αφού το 1980 η πολιτική της σύνδεσης με την ΕΟΚ δικαιώνεται με την πλήρη ένταξη της χώρας, οι απόψεις των πολέμιών της κρίνονται εκ των υστέρων ως παράλογες, ενώ στην πραγματικότητα η αντίθεση στη Δύση εκείνη την εποχή ήταν διαδεδομένη ακριβώς επειδή ο Εμφύλιος είχε μόλις τελειώσει κι επειδή «Δύση» σήμαινε κάτι πολύ συγκεκριμένο.

Απουσία λαού

Παράλογες τελικά δεν φαίνονται μόνο οι συγκρούσεις, φαίνεται κι ο ίδιος ο λαός που συμμετείχε σ’ αυτές. Όσο οι συγκρούσεις παρουσιάζονται να μην έχουν διακύβευμα, να μην αφορούν την κοινωνία, τόσο γίνεται δυσκολότερο να καταλάβουμε γιατί τόσοι άνθρωποι συμμετείχαν σ’ αυτές. Αυτό είναι ένα δύσκολο πρόβλημα, το οποίο «Η Μεγάλη Αλλαγή» προσπαθεί να λύσει επιρρίπτοντας τις ευθύνες για ό,τι γίνεται στα «ακραία στοιχεία» ή στην «αναζωπύρωση παθών» για την εξυπηρέτηση πολιτικών συμφερόντων. Είναι όμως τόσο αφελής ο λαός κι απλώς παρασύρεται; «Η Μεγάλη Αλλαγή» πάντως δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια να μας δείξει έστω ποιος είναι αυτός ο λαός: ποιοι είναι αυτοί που πολεμάνε στον Εμφύλιο από τη μία κι από την άλλη πλευρά, αυτοί που φέρνουν την ΕΔΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αυτοί που επανδρώνουν τις παρακρατικές οργανώσεις, αυτοί που ιδρύουν τη Νεολαία Λαμπράκη, αυτοί που ψηφίζουν τον Καραμανλή ή υποδέχονται με ενθουσιασμό τον βασιλιά;

Ο λαός στη «Μεγάλη Αλλαγή» είναι, στην καλύτερη περίπτωση, απών: η λαϊκή πίεση δεν φαίνεται να έπαιξε κανένα ρόλο στον εκδημοκρατισμό της Ελλάδας, ούτε πριν τη δικτατορία ούτε, έστω, μετά το ’74. Στη χειρότερη περίπτωση, ο λαός είναι μια όχληση: όπου διεκδικεί πολιτική συμμετοχή, όπου «Η Μεγάλη Αλλαγή» αναφέρεται σε διαδηλώσεις, αναφέρεται ταυτόχρονα σε «επεισόδια», «ταραχές», «κλίμα χάους». Στο σχήμα της «Μεγάλης Αλλαγής» απλώς δεν υπάρχει χώρος για τον λαό, για τον ίδιο λόγο που δεν υπάρχει χώρος για συγκρούσεις: το τέλος είναι ήδη γνωστό. Κι αν για τους υπόλοιπους Έλληνες το τέλος αποκαλύπτεται μόλις το 1980, υπάρχει ένας άνθρωπος που το γνωρίζει και το σχεδιάζει εξαρχής: ο ηγέτης, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Ο ρόλος του ηγέτη

Με το να διαβάζεται η Ιστορία αναδρομικά, υπό το φως του γνωστού τέλους του 1980, από τη μία φαίνονται παράλογες οι συγκρούσεις (και ο λαός που συμμετείχε σ’ αυτές), αφού εκ των υστέρων δεν έχουν νόημα, κι από την άλλη δικαιώνονται συγκεκριμένες επιλογές και ο ηγέτης που τις έκανε. Όσο απών είναι ο λαός σ’ όλο το ντοκιμαντέρ, τόσο παρών είναι ο ηγέτης. «Η Μεγάλη Αλλαγή» επιλέγει να παρουσιάσει μια αντιστορική αγιογραφία του Καραμανλή, που δεν αναδεικνύει τον –όντως σημαντικό– ρόλο του και κυρίως δεν τον τοποθετεί στα ιστορικά του συμφραζόμενα. Κινδυνεύει έτσι να τον γελοιοποιήσει με τις υπερβολές της, ενώ από την άλλη, βγάζοντας τις πράξεις του από το πλαίσιο –άρα και τους περιορισμούς– της εποχής του, διακινδυνεύει να του χρεωθούν ως προσωπικές παραλείψεις ή αποτυχίες γεγονότα που στην πραγματικότητα ανάγονται σε γενικότερα φαινόμενα της εποχής.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εμφανίζεται στη «Μεγάλη Αλλαγή» ήδη από το δεύτερο επεισόδιο, ως αποτελεσματικός και φέρελπις υπουργός. Από το τρίτο επεισόδιο και μετά (το οποίο, αν και τιτλοφορείται «Από τον Παπάγο στον Καραμανλή», στο μεγαλύτερο μέρος του ασχολείται με τον Καραμανλή) γίνεται ο βασικός πρωταγωνιστής. Παρακολουθούμε την πολιτική του πορεία, μαθαίνουμε κάθε είδους λεπτομέρειες για την προσωπική του ζωή, ενώ ακούμε μαρτυρίες φίλων του αλλά και παλιών πολιτικών του αντιπάλων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τον δικαιώνουν. Κυρίως όμως βλέπουμε έναν Καραμανλή που είναι στον αντίποδα όσων φαινομένων παρουσιάζονται από τη σειρά ως αρνητικά.

Αν οι συγκρούσεις ανακόπτουν την πορεία της χώρας, ο Καραμανλής είναι ο άνθρωπος της συναίνεσης και της συμφιλίωσης. Ήδη από τη δεκαετία του ’50 παρουσιάζεται σαν ηγέτης που δεν έδινε μεγάλη σημασία στις κομματικές διαχωριστικές γραμμές και που στόχος του ήταν η «εξομάλυνση της εσωτερικής καταστάσεως και η αποκατάσταση της λαϊκής σύμπνοιας»∙ μετά τη Μεταπολίτευση η νομιμοποίηση του ΚΚΕ γίνεται μόνο χάρη σ’αυτόν∙ τελικά, το κόμμα που ιδρύει, η Νέα Δημοκρατία, παρουσιάζεται στη «μεγάλη αλλαγή» με τα δικά του λόγια, σαν «απροκατάληπτη εθνική παράταξη» που τοποθετείται «έξω και απάνω από τις παραπλανητικές ετικέτες της Δεξιάς, του Κέντρου ή της Αριστεράς». Αν ο λαός, με τη συμμετοχή του στις συγκρούσεις, προκαλεί αστάθεια, ο Καραμανλής εγγυάται τη σταθερότητα: και πριν το ’63 (η «χρυσή οκταετία» 1955-1963 παρουσιάζεται στη «Μεγάλη Αλλαγή» σαν το κατεξοχήν παράδειγμα σταθερότητας) και μετά το ’74, οπότε η γρήγορη επιστροφή του στην Ελλάδα, κατά την κατάρρευση των συνταγματαρχών, απέτρεψε τη διολίσθηση της χώρας στην αναρχία.

Σε ό,τι κινδυνεύει να αμαυρώσει την εικόνα του, ο Καραμανλής είναι απών: η ευθύνη του για τις εκλογές «βίας και νοθείας» του ’61 μετριάζεται από το γεγονός ότι το σχέδιο «Περικλής» το γνώριζε και η Ένωση Κέντρου∙ την πορεία ειρήνης στον Μαραθώνα το ’63 απαγόρευσε η αστυνομία – κι όχι οι πολιτικοί της προϊστάμενοι. Από την άλλη, ό,τι είναι καλό, από την εξωτερική πολιτική (ανάγκασε την Τουρκία μετά τα Σεπτεμβριανά να ζητήσει συγγνώμη από την Ελλάδα) μέχρι τα «μεγάλα έργα» (τα οποία επέβλεπε αυτοπροσώπως) και τον πολιτισμό («σε ανύποπτο χρόνο δίνει εντολή να ενταθούν οι αρχαιολογικές ανασκαφές στη Μακεδονία και αποκαλύπτονται οι βασιλικοί τάφοι της Βεργίνας») είναι προσωπική επιτυχία του Καραμανλή. Ό,τι συνέβαλε στη σταθερότητα και τον εκδημοκρατισμό φέρει την προσωπική του σφραγίδα: οι Σαρτζετάκης και Δελαπόρτας εξιχνίασαν τη δολοφονία του Λαμπράκη «σύμφωνα με τις ρητές οδηγίες που δόθηκαν από τον πρωθυπουργό»∙ η ουσιαστική αρχή της Μεταπολίτευσης τοποθετείται από τη «Μεγάλη Αλλαγή» στη σύσκεψη που πραγματοποίησε ο Καραμανλής με την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, τον Αύγουστο του ’74.

Η Ιστορία ως χρονικό

Τελικά, «στην ΕΟΚ δεν μπήκε η Ελλάς, μπήκε ο Καραμανλής», την Ιστορία δηλαδή δεν την κάνουν οι άνθρωποι, με συγκρούσεις, αντιφάσεις και παλινωδίες, την κάνουν οι ηγέτες, που εξαρχής ξέρουν ποιο είναι το σωστό και μεθοδεύουν την πραγματοποίησή του. Αν η Ιστορία είναι μια ευθεία γραμμή, την έκβαση της οποίας γνωρίζει και προετοιμάζει ένας ηγέτης, όλα αυτά που κάνουν την Ιστορία –οι διαφορετικές προοπτικές, οι συγκρούσεις μεταξύ ανθρώπων που οραματίζονται το μέλλον τους διαφορετικά– αγνοούνται. «Η Μεγάλη Αλλαγή» αφήνει κατά μέρος τις περίπλοκες διεργασίες μέσα από τις οποίες διαμορφώνεται η Ιστορία κι επικεντρώνεται σ’ ένα πρόσωπο. Η Ιστορία της Ελλάδας ταυτίζεται τελικά με την ιστορία του Κωνσταντίνου Καραμανλή: γίνεται η εξιστόρηση των μεγάλων πράξεων ενός μεγάλου ηγέτη. Το χρονικό ενός μεγάλου άνδρα όμως δεν είναι Ιστορία∙ ανήκει σ’ ένα είδος που η ιστοριογραφία έχει ξεπεράσει εδώ και πολλές δεκαετίες – για να μην πούμε αιώνες: το χρονικό που κάποτε έγραφε ο γραφέας του παλατιού κατά παραγγελία του βασιλιά.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s