Περπατώντας

Ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Σεβγκί Σοϋσάλ Περπατώντας (Yürümek).

Η Σεβγκί Σοϋσάλ (Sevgi Soysal) γεννήθηκε τον Σεπτέβριο του 1936 στην Κωνσταντινούπολη, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Άγκυρα, και πέθανε τον Νοέμβριο του 1976 στην Κωνσταντινούπολη. Στη σύντομη ζωή της σπούδασε αρχαιολογία, δούλεψε στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, έπαιξε στο θέατρο, και δημοσίευσε άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, διηγήματα, μυθιστορήματα, και το αυτοβιογραφικό βιβλίο Θάλαμος Γυναικών Φυλακών Γιλντιρίμ (Yıldırım Bölge Kadınlar Koğuşu). Μετά το πραξικόπημα του 1971 έχασε τη δουλειά της στην κρατική τηλεόραση, φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε.

Τόσο από άποψη θεματολογίας όσο κι από άποψη στυλ και γλώσσας, η Σοϋσάλ κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στα τουρκικά γράμματα. Στα έργα της άλλοτε υπερισχύει το στοιχείο του φανταστικού (για παράδειγμα στην ιδιότυπη νουβέλα Tante Rosa και στα διηγήματά της), κι άλλοτε ο κοινωνικός ρεαλισμός – σ’ ένα στυλ μάλιστα που θυμίζει τον νεορεαλισμό του κινηματογράφου (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το μυθιστόρημα Ένα Μεσημέρι στο ΓενίσεχιρYenişehir’de bir Öğle Vakti). Σε κάθε περίπτωση αντλεί τα θέματά της από την κοινωνία κι από την πολιτική κατάσταση της εποχής της · ακόμα κι όταν χρησιμοποιεί και στοιχεία που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κλισέ (για παράδειγμα στο μυθιστόρημα ΑυγήŞafak), η κοινωνική κριτική της είναι ουσιαστική και όχι στερεοτυπική, επεκτείνεται στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και στα ίδια τα άτομα, με ματιά που διεισδύει στον εσωτερικό τους κόσμο, με τις ψυχικές ανάγκες, τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδά τους.

Το μυθιστόρημά της Περπατώντας συνδυάζει τη φαντασία και τον ρεαλισμό. Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1970 · αν και οι σκηνές που θα μπορούσαν να χαρακηριστούν τολμηρές είναι λίγες κι όχι ιδιαίτερα γλαφυρές, λίγο μετά την έκδοσή του αποσύρθηκε από την κυκλοφορία στην Τουρκία με απόφαση δικαστηρίου που το χαρακτήριζε “πορνογραφικό”. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το Περπατώντας κριτική ή μελέτη πάνω στη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, αλλά ένας τέτοιος, ξέρος χαρακτηρισμός δεν αποδίδει τι είναι πραγματικά. Στο Περπατώντας η Σοϋσάλ περιγράφει ή μάλλον αποδίδει πολύ επιτυχημένα ένα μεγάλο μέρος από τη ζωή μιας γυναίκας. Σίγουρα έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία, και σε κάθε περίπτωση η ενσυναίσθηση με την οποία η Σοϋσάλ αποδίδει τις εμπειρίες, τις σκέψεις, και τα συναισθήματα της ηρωΐδας της, της Έλα, είναι εντυπωσιακή: καταφέρνει να βάλει τον αναγνώστη στη θέση της Έλα. Ταυτόχρονα – και αυτό είναι που κάνει το Περπατώντας έργο υψηλής λογοτεχνικής αξίας – εύκολα αναγνωρίζουμε στο πρόσωπο της Έλα – παρότι είναι μία γυναίκα, μέσα σε μία συγκεκριμένη κοινωνία μίας εποχής – την κατάσταση πολλών άλλων γυναικών, πολλών άλλων ανθρώπων. Ως προς αυτό, θεωρώ ότι το Περπατώντας άνετα μπορεί να συγκριθεί με τις (μεταγενέστερές του) Ερωμένες της Ελφρίντε Γέλινεκ.

Από άποψη στυλ, στο Περπατώντας η εναλλαγή μακρών και σύντομων περιόδων δίνει έναν ιδιαίτερο ρυθμό, ενώ η γραφή είναι ελλιπτική, ενίοτε και κατά την περιγραφή συγκεκριμένων επεισοδίων, αλλά κυρίως ως προς το σύνολο: η Έλα από μικρό κορίτσι γίνεται γυναίκα, παντρεύεται, χωρίζει, αλλά το Περπατώντας είναι μόλις 150 σελίδες · δεν μαθαίνουμε όλες τις λεπτομέρειες για κάθε περίοδο της ζωής της. Θα φανεί περίεργο, αλλά όταν διάβασα το πειραματικό μυθιστόρημα του Leonard Cohen The Favourite Game, η ελλιπτική γραφή του μού θύμισε το Περπατώντας. Ως προς την ελλιπτική γραφή, θα έλεγα ότι το Περπατώντας μοιάζει και με το μυθιστόρημα The Edible Woman της Margaret Atwood. Βέβαια, το έντονο στοιχείο του φανταστικού που υπάρχει στην Edible Woman δεν υπάρχει στο Περπατώντας – υπάρχει σ’ένα βαθμό σ’ένα άλλο “γυναικείο” βιβλίο της Σοϋσάλ, την Tante Rosa.

Μια άλλη ιδιαιτερότητα του Περπατώντας είναι ότι κάθε λίγες σελίδες η πλοκή μπαίνει κατά μέρος και παρεμβάλλεται μια παράγραφος που περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια και με λυρικό στυλ κάτι απ’τη φύση και τη φυσική ζωή: ένα σκαντζόχοιρο που τρώει ένα σκουλήκι ή τα πουλιά και τα ψάρια σε μια λίμνη. Νομίζω ότι μ’αυτό τον τρόπο η Σοϋσάλ δίνει την αίσθηση της ζωής που συνεχίζεται και προχωράει, ενώ ταυτόχρονα αντιπαραβάλλει τις αβίαστες κινήσεις των ζώων – που ορίζονται μόνο απ’τη φύση –  στις κινήσεις της Έλα, που είναι προϊόν σκέψης και κοινωνικών καταναγκασμών.

Εδώ μεταφράζω ένα μικρό απόσπασμα από το Περπατώντας (που βρίσκεται στις σελίδες 82-84 της έκδοσης που έχω, αυτής του 2003 από τις εκδόσεις İletişim), στο οποίο η Έλα είναι νέα γυναίκα, νιόπαντρη. Στα τουρκικά ο τίτλος του βιβλίου, Yürümek, είναι το απαρέμφατο του ρήματος “περπατώ” · καθώς στα νέα ελληνικά το απαρέμφατο δεν χρησιμοποιείται, προτίμησα τη μετοχή “περπατώντας”, που πιστεύω ότι δίνει ικανοποιητικά το νόημα του τίτλου – μια εναλλακτική θα ήταν ίσως το “προχωρώντας”, αλλά μάλλον θα χανόταν η φυσικότητα του “περπατώ” κι ο τίτλος θα αποκτούσε άλλες συνδηλώσεις: το ότι περπατάς δεν σημαίνει πάντα κι ότι προχωράς, τουλάχιστον όχι μ’όλες τις έννοιες που έχει το “προχωρώ”.

yurumek

Η Έλα άνοιξε την πόρτα του δωματίου του Χίλτον, που είχε τη στάνταρ επίπλωση. Στο πάτωμα ένα χοντρό, απλό χαλί. Δύο φαρδιοί καναπέδες. Ένα χαμηλό τραπεζάκι του καφέ. Φωτιστικά από ορείχαλκο. Ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο όποιο ένας επιχειρηματίας μπορεί να δεχτεί τους άλλους επιχειρηματίες. Αυτό το δωμάτιο είναι μόνο για να υπογράφονται συμβόλαια, σκέφτηκε η Έλα. Ή για να δίνονται συνεντεύξεις τύπου. Μεγάλα σταχτοδοχεία από ορείχαλκο. Σταχτοδοχείο αρκετά μεγάλο για τη στάχτη όλων των τσιγάρων που μπορεί να καπνίσει κανείς σε μια συνέντευξη τύπου. Κι αν ανοίξεις την μπαλκονόπορτα προς τον Βόσπορο, αμέσως καθαρίζει ο αέρας του δωματίου. Πόσων ανθρώπων οι ανάσες χωράνε εδώ, μ’ αυτά τα ψηλά ταβάνια · όμως οι ανάσες δύο ανθρώπων που κάνουν έρωτα χάνονται, δεν βρίσκουν η μία την άλλη. Σαν να κάνεις έρωτα σ’ ένα κτίριο γραφείων, στο καλά επιπλωμένο γραφείο ενός ικανού δικηγόρου. Γιατί να μην κάνεις έρωτα κι εκεί; Δεν πας σ’ ένα γραφείο για να κάνεις έρωτα. Μπορεί να κάνεις έρωτα ξαφνικά, ξεχνώντας τις υποχρεώσεις της μέρας. Γιατί ήρθαμε εδώ; Για να κάνουμε έρωτα. Έτσι είναι – αυτό δεν είναι το μόνο νόημα του να πας σε ξενοδοχείο για τον μήνα του μέλιτος; Ήρθαμε σ’ ένα δικηγορικό γραφείο για να κάνουμε έρωτα. Το να κάνεις οτιδήποτε υποχρεωτικά μπορεί να είναι άσχημο · αλλά να κάνεις έρωτα υποχρεωτικά; Να είσαι αναγκασμένη να κάνεις έρωτα σ’ ένα δικηγορικό γραφείο. Αυτά σκέφτηκε και τώρα η Έλα, όπως κάθε φορά που άνοιγε την πόρτα. Το νεόδμητο ξενοδοχείο Χίλτον. Όλοι οι νεόνυμφοι που σέβονται τους εαυτούς τους, που σέβονται δηλαδή τη θέση τους στην κοινωνία, κάνουν σαν τρελοί για να περάσουν εδώ τον μήνα του μέλιτός τους. Κι ο Χακί μάλλον αυτό σκέφτηκε και θέλησε να ευχαριστήσει την Έλα. Κάθε φορά που άνοιγε την πόρτα σκεφτόταν: γιατί ήρθα εδώ; Για να δώσω στον Χακί αυτό που φύλαξα απ’ τον Αλέκο κι απ’ τον Μπουλέντ; Δεν το έδωσα σ’ αυτούς επειδή δεν με έφεραν στο Χίλτον; Άρα είμαι κάποια που έχει μάθει να θέλει γάμο και μήνα του μέλιτος στο Χίλτον. Ήταν αδύνατο να μην τα σκέφτεται αυτά. Όπως ακριβώς είναι αναπόφευκτο να κάνεις έρωτα στον μήνα του μέλιτος… Αγάπησα τον Αλέκο και τον Μπουλέντ λιγότερο απ’ ό,τι τον Χακί; Το μπαλκόνι που έβλεπε στον Βόσπορο ήταν ανοιχτό. Είπε ν’ αφήσει τις εντολές του Χακί προς το προσωπικό του ορόφου να διακόψουν τις σκέψεις της. Ο Χακί έτριψε τα χέρια του. Η Έλα, αν και με την πλάτη γυρισμένη, μπορούσε να δει το πρόσωπο του Χακί. Σαν επιχειρηματίας που υπέγραψε ένα συμβόλαιο. Ικανοποιημένος. Ή σαν παιδί που χαίρεται μ’ ένα καινούριο παιχνίδι; Υπάρχουν άνθρωποι που πλένουν κάθε μέρα το καινούριο τους αυτοκίνητο. Κι αφού πλύνουν το αυτοκίνητο το κοιτάζουν έτσι τρίβοντας τα χέρια τους σαν τον Χακί · το αυτοκινητάκι τους. “Γυναικούλα μου!” Τώρα ο Χακί, εμένα, σαν ένα αυτοκίνητο που μόλις έχει πλυθεί… Έστρεψε το πρόσωπό της προς τον Χακί μ’ ένα ευτυχισμένο χαμόγελο, σαν σκύλος έτοιμος να φέρει το κόκαλο στα πόδια του αφεντικού του. Τι θα γίνει τώρα, τι θα γίνει μετά το τρίψιμο των χεριών, η Έλα… Χρειάζεται μια δικαιολογία για μετά το τρίψιμο των χεριών. Μια ιερή δικαιολογία. Οι δικαιολογίες που έβρισκε για τον Μπουλέντ και τον Αλέκο δεν πιάνουν. Δεν γίνεται πια να βάζει τα δάχτυλά της στη θάλασσα και μετά να τραβάει το πόδι της. Πρέπει να βουτήξει στη θάλασσα. Ο άνθρωπος πάντα βουτάει στη θάλασσα μ’ ένα αίσθημα καθήκοντος. Η Σενέλ σίγουρα δεν τα σκέφτηκε όλα αυτά. Έπαιξε τον γιατρό σιγά σιγά, με το μαλακό · δεν είδε ξαφνικά μπροστά της τη θάλασσα. Τα χωριατόπαιδα πλένονται ολόγυμνα στο ρέμα του χωριού. Σαν να παίζουν τον γιατρό. Χαρούμενα. Ενώ τώρα εγώ είμαι αναγκασμένη να μπω στη θάλασσα, όπως αυτοί που πληρώνουν για να πάνε διακοπές στη θάλασσα. Ο Χακί ήρθε τρίβοντας τα χέρια του. Ίσως λέγοντας κι ωραία πράγματα. Όπως και νά ’χει στην πραγματικότητα, απλώς έσπρωξε την Έλα στη θάλασσα. Η Έλα βούτηξε στη θάλασσα. Κολύμπησε γενναία, χωρίς ν’ αφήσει να φανεί ότι τα δόντια της χτυπούσαν απ’ το κρύο.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s